ΙΣΤΟΡΙΑ

 

Η λύσσα από τον Αρχαίο Κόσµο έως την εποχή του Pasteur

Από έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, όπως η Ιλιάδα του Ομήρου, μαθαίνουμε ότι η λύσσα ενδημούσε στον ελλαδικό χώρο από τον 10ο αιώνα π.Χ. Ο Δημόκριτος, επίσης, την περιέγραψε σε σκύλους και σε άλλα κατοικίδια ζώα, ενώ ο Αριστοτέλης επισήμανε τη μετάδοση με δήγματα από λυσσασμένα ζώα στην Ιστορία των Ζώων (Historia Animalum). Οι κάτοικοι της Βαβυλώνας αναφέρονται πως, το 2300 π.Χ, όταν τα λυσσασμένα σκυλιά τους προκαλούσαν με το δάγκωμα τους το θάνατο σε ανθρώπους, πλήρωναν βαρύ πρόστιμο.
Κατά τον 5ο µ.Χ. αιώνα, µια άκρως αναλυτική περιγραφή της νόσου συναντάµε στη ∆ύση από τον Caelius Aurelianus, ο οποίος προτείνει τον καυτηριασµό του δήγµατος. Γενικότερα, η τακτική του καυτηριασµού ακολουθήθηκε για πολλούς αιώνες έως την εποχή του Pasteur.

Το 1271 περιγράφεται η πρώτη επιδημία στη Γερμανία με 30 νεκρούς, από δάγκωμα λυσσασμένων λύκων. Το 1400 η νόσος εξαπλώνεται στην Ισπανία, το 1586 στο Βέλγιο, την Αυστρία, την Ουγγαρία και τη Μικρά Ασία, το 1604 στη Γαλλία, το 1703 μεταφέρεται στο Μεξικό και το 1734 στην Αγγλία. Το 1763 συνέβη μεγάλη επιδημία στην Ιταλία, τη Γαλλία και την Ισπανία. Τα επόμενα 100 χρόνια η λύσσα εξαπλώνεται σχεδόν σε όλο τον κόσμο (Ευρώπη, Βόρειο Αμερική, Καναδά, γαλλικές αποικίες, Χιλή). Κατά την περίοδο αυτή οι αρχές ορισμένων χωρών (Αγγλία, Ισπανία) δίνουν τη άδεια να πυροβολούνται όλα τα λυσσασμένα σκυλιά – στην Αγγλία, μάλιστα το 1759 πρόσφεραν 2 σελίνια για κάθε νεκρό σκύλο και αργότερα 5 σελίνια.

Έως τα µέσα του 18ου αιώνα πολλοί γιατροί πίστευαν στην «αυτόµατη» γένεση της νόσου. Στα τέλη του 18ου αιώνα στη Γαλλία, ο ιατρός-εφευρέτης της γκιλοτίνας, Jean Guillotin, ως µέσο γρήγορου και «φιλεύσπλαχνου» θανάτου, έχοντας συνδέσει τα δήγµατα των λυσσασµένων ζώων µε τη νόσο, εισηγήθηκε µια σειρά πειραµάτων σε µελλοθάνατους κατάδικους. Λυσσασµένοι σκύλοι θα τους δάγκωναν, οι ιατροί θα πειραµατίζονταν µε διάφορα θεραπευτικά σκευάσµατα και στους «τυχερούς» επιζώντες θα χαριζόταν η ζωή. Η ιδέα αυτή, προς µεγάλη απογοήτευση του Guillotin, δεν υιοθετήθηκε από τη γαλλική ιατρική κοινότητα.

Ο 18ος αιώνας θα κλείσει µε τις εισηγήσεις του John Hunter στην Αγγλία και του Georg Zinke στη Γερµανία, περί της µετάδοσης της νόσου δια της σιέλου. Το 1813, οι Γάλλοι Francois Magendie και Gilbert Breschet θα επιχειρήσουν την αντίστροφη οδό της µόλυνσης, δηλαδή αυτής των ζώων από τον άνθρωπο. Η µελέτη του Γάλλου κτηνίατρου Pierre-Victor Galtier, το 1879, άλλαξε για πάντα τον προσανατολισµό της αντιλυσσικής έρευνας. Η επιτυχής του πειραµατική µόλυνση κονίκλων µε λύσσα, θα άνοιγε λίγα χρόνια αργότερα τον δρόµο στο Louis Pasteur για την παρασκευή του ανθρωποσωτήριου εµβολίου του.

Ο Pasteur και η ομάδα του δεν μπορούσαν αρχικά να συνδέσουν τη νόσο με τον ιό, ανακάλυψαν όμως ότι η νόσος προσέβαλλε το νευρικό σύστημα και ιδίως τον εγκέφαλο, γι’ αυτό πήραν αποξηραμένο νωτιαίο μυελό από ζώα (κουνέλια-σκύλους) που είχαν τη νόσο και παρασκεύασαν το εμβόλιο. Ο πρώτος επιτυχημένος εμβολιασμός έγινε σε ένα παιδί, στις 6 Ιουλίου 1885, που είχε πολλαπλά δαγκώματα από λυσσασμένο σκύλο. Παρ’ όλο που η λύσσα είναι σχεδόν πάντοτε θανατηφόρα, το αγόρι επέζησε. Το εμβόλιο κατά της λύσσας ήταν πλέον γεγονός.

Παρ’ όλο που το εμβόλιο δημιουργήθηκε το 1885, ο ίδιος ο ιός (Lyssavirus) απομονώθηκε με το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο μόλις το 1950. Το εμβόλιο της λύσσας, που προέρχεται από αποξηραμένο νευρικό ιστό, χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα σε αρκετές χώρες γιατί είναι φθηνό. Τα νέα, σύγχρονα εμβόλια από καλλιέργεια ανθρωπίνων μολυσμένων κυττάρων άρχισαν το 1967, κοστίζουν, όμως, πολύ.

 

Στοιχεία για τη λύσσα στον ελλαδικό χώρο

Τον 1ο αιώνα μ.Χ. η λύσσα εξαπλώνεται σε όλο τον ελλαδικό χώρο, στην Κρήτη και στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Την ίδια εποχή, ο Ρωμαίος ιατρός, Celsus πιστεύει ότι το σάλιο λυσσασμένων σκυλιών περιέχει κάποιο δηλητήριο και εισηγείται, η πληγή να μένει ανοικτή, να καθαρίζεται σχολαστικά και να καυτηριάζεται με φωτιά. Αυτή η αντιμετώπιση της λύσσας ήταν η μόνη αποδεκτή θεραπεία και παρέμεινε η ίδια για τα επόμενα 1800 χρόνια. Ο ιατρός Παύλος ο Αιγινήτης ( 601-700 μ.Χ. ) ξεχώρισε την υδροφοβία της λύσσας από την απλή υδροφοβία. Τα άτομα που πάσχουν από λύσσα έχουν μεγάλη δυσκολία στην κατάποση νερού, λόγω παράλυσης των μυών του προσώπου και του λαιμού και μόνο με τη θέα των υγρών παθαίνουν πανικό.

Παρά την έλλειψη επιδηµιολογικών στοιχείων για τη λύσσα στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα, είναι σαφές ότι το πρόβλημα της νόσου ήταν οξύ. Σε αυτό συνηγορούν και οι µη ιατρικές αναφορές της εποχής, κυρίως αυτές που προέρχονται από τα Επτάνησα την εποχή της Αγγλοκρατίας (1815-1864), εκεί όπου συναντάµε αυστηρούς νόµους και διατάξεις περί προφυλακτικών µέτρων κατά της νόσου και χρίζουν ιδιαίτερης αναφοράς. Η γεωστρατηγική και εµπορική σηµασία των Ιονίων Νήσων ώθησε τους Βρετανούς στρατιωτικούς ιατρούς να µελετήσουν τις νόσους ως ένα βιολογικό και κοινωνικό συµβάν που επηρέαζαν την δηµογραφία και την οικονοµία του τόπου, αλλά και την ασφάλεια των βρετανικών στρατευµάτων.

Η σηµασία που έδωσαν οι Βρετανικές αρχές στη λύσσα ήταν µεγάλη, όπως αποδεικνύεται από µια σειρά εγγράφων και δηλοποιήσεων της Βρετανικής Εκτελεστικής Αστυνοµίας. Η λύσσα είναι θανατηφόρα για όλες τις κοινωνικές τάξεις, όπως διαβάζουµε σε αγγελία της Αστυνοµίας για τον τραγικό θάνατο του άρχοντα Μεταξά το 1861:
«Θεωρηθέν προς δε και το πρόσφατον εν Κεφαλληνία τυχόν δυστυχώς συµβάν τω ∆όκτορα Ε. Μεταξά, όστις δηχθείς υπό του κυνός του απέθανε θύµα της αυτής ασθενείας…».

Τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα, η συµβολή του ιδιωτικού Λυσσιατρείου Παμπούκη (ιδρύθηκε το 1894) στην περιστολή της ανθρώπινης λύσσας ήταν πια αναµφισβήτητη. Μέχρι το 1905 οι εµβολιασµένοι στο Λυσσιατρείο ανήλθαν σε 4.479 ενώ η θνητότητα κυµαινόταν σταθερά στο 0,2%.

Το νέο ∆ηµόσιο Λυσσιατρείο της περιοχής του Βοτανικού ιδρύθηκε µε ειδικό νόµο το 1914. Τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του, υπολειπόταν αισθητά σε προσωπικό και υποδοµές σε σχέση µε το αντίστοιχο του Παµπούκη. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται και µε µια γενικότερη αύξηση της λύσσας στα Βαλκάνια. Από το 1921, η νόσος θα ενέπιπτε πλέον στο ∆ιάταγµα Υποχρεωτικής ∆ήλωσης στις Υγειονοµικές Αρχές των µολυσµατικών νόσων. Όπως όριζε το ∆ιάταγµα, οι κάτωθι ασθένειες έχριζαν άµεσης δήλωσης: «περί τυφοειδούς πυρετού, παρατύφου, δυσεντερίας, οστρακιάς, διφθερίτιδος, επιδηµικής εγκεφαλονωτιαίας µηνιγγίτιδος, υποστρόφου πυρετού, λύσσης, µάλιος, σπληνάνθρακος, γρίππης, λέπρας, επιλοχείου πυρετού και ληθαργικής εγκεφαλίτιδας».

Τα στοιχεία της εποχής δείχνουν µια έκρηξη της νόσου στη Βόρεια Ελλάδα, και σε συγκεκριµένα νησιά όπως η Κέρκυρα,όπου η νόσος ήταν σε έξαρση, καθώς και στα νησιά κοντά στις Μικρασιατικές ακτές, µε το µεγαλύτερο πρόβληµα να εντοπίζεται στη Σάµο. Όµως, το πρόβληµα ήταν εντονότατο κυρίως στη Μακεδονία και για το λόγο αυτό, το 1925, ιδρύθηκε το ∆ηµόσιο Λυσσιατρείο της Θεσσαλονίκης.

Το 1929, βάσει νόµου, ορίστηκαν οι διατάξεις περί καταπολέµησης της λύσσας οι οποίες µεταξύ άλλων συµπεριελάµβαναν: απαγόρευση της κυκλοφορίας αδέσποτων σκύλων και των µη φερόντων φίµωτρο, άµεση θανάτωση των «υπό λυσσώντων ζώων δηχθέντων τοιούτων, ως και των δηξάντων αυτά» καθώς και την υποχρέωση «αποµονώσεως παντός υπόπτου επί λύσση ζώου».

Καθώς προχωρεί ο Μεσοπόλεµος, από τα στοιχεία των πιστοποιητικών θανάτων των ιδιωτών γιατρών προς τα ληξιαρχεία της χώρας, φαίνεται ότι οι περιοχές που πλήττονταν περισσότερο ήταν η Αττικο-Βοιωτία, η Θεσσαλονίκη, τα Ιωάννινα, η Λάρισα, η Πρέβεζα, τα Τρίκαλα, και η Φθιωτιδο-Φωκίδα.

Το 1933, οι Κτηνιατρικές Αρχές αναφέρουν ότι η λύσσα ενδημούσε σε ολόκληρη την Ελληνική επικράτεια, ενώ κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, τα περιστατικά λύσσας αυξήθηκαν δραματικά σε ανθρώπους και ζώα. Εν έτει 1949 και προκειμένου να καταπολεμηθεί η λύσσα, εφαρμόστηκε πιλοτικά πρόγραμμα εμβολιασμών των δεσποζόμενων ζώων στη Ζάκυνθο, το οποίο στέφθηκεμε απόλυτη επιτυχία καθότι το νησί απαλλάχτηκε από τη νόσο. Από το 1950, το πρόγραμμα εφαρμόστηκε σε ολόκληρη τη χώρα.

Στα επόμενα χρόνια, που ακολούθησαν, η πραγματοποίηση δωρεάν εμβολιασμών των δεσποζόμενων ζώων, η μείωση του πληθυσμού των αδέσποτων και άγριων σαρκοβόρων σε συνδυασμό με την ενημέρωση του κόσμου από τις κτηνιατρικές αρχές, συντέλεσαν πάρα πολύ στην εξάλειψη της νόσου.
Την περίοδο 1951-1960 κατεγράφησαν 8.626 περιπτώσεις λυσσασµένων οικόσιτων ζώων και 53 θάνατοι σε ανθρώπους.Την περίοδο 1961-1970, τα λυσσασµένα ζώα που καταγράφηκαν ήταν 3.009 και την περίοδο 1971-1980 μειώθηκαν σε 242.

Η Ελλάδα ήταν ελεύθερη λύσσας από το 1987 μέχρι και τον Οκτώβρη του 2012, που εμφανίστηκε κρούσμα λύσσας σε αλεπού στο Παλαιόκαστρο Κοζάνης. Ήταν πάντα υπαρκτός ο κίνδυνος εισόδου της νόσου στη χώρα μας από γειτονικές χώρες, που ενδημεί η λύσσα (Αλβανία, ΠΓΔΜ, Βουλγαρία, Τουρκία). Αναφορικά µε τον εντοπισμό λυσσασµένων ζώων στην Ελλάδα, από τις 19 Οκτωβρίου 2012 µέχρι τον Μάιο του 2013, έχουν ανευρεθεί 21 επιβεβαιωµένα θετικά ζώα στις περιοχές Κοζάνης, Καστοριάς, Κιλκίς, Πέλλας και Τρικάλων, και αφορούν κυρίως σε αλεπούδες.